Ιδιωτική Επιχορήγηση ΑΕΙ/ΤΕΙ: 9 Πανεπιστημιακοί τοποθετούνται

11

Κλείνοντας πριν από λίγες ημέρες η πόρτα του μεγάρου Μαξίμου, καθώς εξήλθαν ο υπουργός Παιδείας Ανδρέας Λοβέρδος και ο γ.γ. Ερευνας και Τεχνολογίας Χρήστος Βασιλάκος, άνοιγε το θέμα της ιδιωτικής επιχορήγησης ΑΕΙ και ΤΕΙ. Ουσιαστικά η κυβέρνηση με τις σχετικές ανακοινώσεις παραδέχθηκε επίσημα ότι αδυνατεί να καλύψει τα έξοδα των ερευνητικών ιδρυμάτων, τα οποία, έτσι κι αλλιώς, εδώ και χρόνια επιβιώνουν με δικά τους μέσα, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών τους από ευρωπαϊκά κονδύλια που «κυνηγούν» οι ίδιοι οι ερευνητές.

 

Μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας διατηρούν τις επιφυλάξεις τους, καθώς δεν έχει γίνει απολύτως σαφής η νομοθετική ρύθμιση η οποία αποφασίστηκε στη σύσκεψη της 1ης.8.2014 υπό την προεδρία του πρωθυπουργού και επομένως μπορούμε να τοποθετηθούμε μόνο με επιφύλαξη. Η πληροφόρησή τους είναι σε ό,τι αφορά την απελευθέρωση από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών (ΕΑΠ) των ειδικών λογαριασμών (ΕΛΚΕ) των Πανεπιστημίων, καθώς και των ερευνητικών τους ινστιτούτων, αλλά και των ερευνητικών κέντρων ιδιωτικού δικαίου.

undefined Εννέα πανεπιστημιακοί μας εκφράζουν στην «Κ.Ε.» τις απόψεις και τους προβληματισμούς τους: Είναι θεμιτή η υποστήριξη των δράσεων του δημόσιου Πανεπιστημίου από ιδιωτικά κεφάλαια; Πόσο σύγχρονοι είναι ο νέος ισχύων νόμος της Παιδείας και ο υπό κατάθεση νόμος της Ερευνας; Πώς θα διασφαλιστούν ο δημόσιος και ακαδημαϊκός χαρακτήρας των ΑΕΙ και ΤΕΙ και η σαφής προσήλωσή τους στο κοινωνικό όφελος; Μήπως η απόφαση του υπουργείου αποτελέσει δικαιολογία για την απεμπόληση των υποχρεώσεων του κράτους για τη δημόσια επιχορήγηση των Ιδρυμάτων, η οποία, κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, έχει μειωθεί πάνω από 60% για ορισμένα Πανεπιστήμια; Μήπως η απελευθέρωση αποτελέσει την απαρχή του βίαιου μετασχηματισμού του Πανεπιστημίου σε αποκλειστικά κέντρο επιχειρηματικής έρευνας, με αναπόφευκτη την εξάρτηση από τους όρους των χρηματοδοτών;

«Ευελιξία» Βασίλης Διγαλάκης πρύτανης Πολυτεχνείου Κρήτης

undefined «Δεν γνωρίζουμε τη νομοθετική ρύθμιση, η οποία αποφασίστηκε στη σύσκεψη της 1ης.8.2014 υπό την προεδρία του πρωθυπουργού και επομένως μπορούμε να τοποθετηθούμε μόνο με επιφύλαξη. Η πληροφόρησή μας είναι ότι αφορά την απελευθέρωση από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών (ΕΑΠ) των ειδικών λογαριασμών (ΕΛΚΕ) των Πανεπιστημίων, καθώς και των ερευνητικών τους ινστιτούτων, αλλά και των ερευνητικών κέντρων ιδιωτικού δικαίου.

Μετά τις διαρκείς μειώσεις των προϋπολογισμών τους, τα Πανεπιστήμια σήμερα λειτουργούν με επιχορηγήσεις κάτω από τα όρια εκείνα που επιτρέπουν τη σωστή λειτουργία βασικών εκπαιδευτικών και λειτουργικών δραστηριοτήτων τους. Θα πρέπει να προχωρήσουν τάχιστα οι καταρτίσεις προγραμματικών συμφωνιών με το υπουργείο Παιδείας, που θα καθορίσουν το ύψος των χρηματοδοτήσεων, αλλά και τον αριθμό των εισακτέων για τα επόμενα 4 χρόνια, όπως προβλέπει ο νόμος 4009.

Παράλληλα, θα πρέπει τα Πανεπιστήμια να απελευθερωθούν από τη μεγάλη γραφειοκρατία που υπάρχει σήμερα στη διαχείριση των ερευνητικών προγραμμάτων, αλλά και από αντικίνητρα, ώστε να είναι περισσότερο ανταγωνιστικά διεθνώς στην προσέλκυση ερευνητικών έργων.

Η απελευθέρωση από την ΕΑΠ είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά απαιτούνται και άλλα. Θα πρέπει να ενεργοποιηθούν τα ΝΠΙΔ του νόμου 4009, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Το σημαντικό πλεονέκτημα των ΝΠΙΔ είναι η ευελιξία στη διαχείριση, που μεταφράζεται σε σημαντικά χαμηλότερο κόστος προμηθειών αγαθών και υπηρεσιών, διαδικασιών πρόσληψης και διαχείρισης προσωπικού και στη δραστική ελάττωση των γραφειοκρατικών εμποδίων. Τα ΝΠΙΔ θα πρέπει, ταυτόχρονα, να διατηρήσουν και τα σημερινά πλεονεκτήματα των ΕΛΚΕ, εντασσόμενα στους ερευνητικούς φορείς της χώρας.

Τέλος, είναι σημαντικό να δοθεί στα Πανεπιστήμια η δυνατότητα διατήρησης επιτυχημένων ερευνητικών ινστιτούτων αλλά και ίδρυσης νέων, τα οποία θα μπορούν να λειτουργούν ως μονάδες του ΝΠΙΔ με διοικητική αυτοτέλεια».

«Νέοι πόροι» Δώρος Θεοδώρου, καθηγητής στον Τομέα Επιστήμης και Τεχνικής των Υλικών της Σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ, πρώην μέλος ΕΣΕΤ

«Θα προτιμούσα να μην εκφραστώ πριν δω πώς ακριβώς θα υλοποιήσει την εξαγγελία αυτή η κυβέρνηση. Ούτως ή άλλως, η κρατική χρηματοδότηση της έρευνας είναι ανεπαρκής και είναι απαραίτητο οι ερευνητές να στρέφονται σε άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, προκειμένου οι προσπάθειές τους να επιβιώσουν. Η έρευνα στην ομάδα μας, επί παραδείγματι, στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μη εθνικούς πόρους (Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Ολλανδικό Ινστιτούτο Πολυμερών, διμερείς συνεργασίες με Πανεπιστήμια και εταιρείες του εξωτερικού). Η κρατική χρηματοδότηση στο ΕΜΠ δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της διδασκαλίας, πόσω μάλλον της έρευνας.

Ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα κράτη της Δυτικής Ευρώπης που αναφέρετε και την Ελλάδα υπάρχει στις δαπάνες για Ερευνα και Τεχνολογία ως ποσοστό του ΑΕΠ».

«Κινδυνεύει το δημόσιο δωρεάν Πανεπιστήμιο» Χριστόδουλος Φλωρδέλλης, καθηγητής Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Πατρών

«Θεωρούμε ότι η προτεινόμενη απελευθέρωση της χρηματοδότησης της έρευνας δεν ενθαρρύνει απλώς την καινοτομία και την ανάπτυξη. Είναι η απαρχή του βίαιου μετασχηματισμού του Πανεπιστημίου σε αποκλειστικά κέντρο επιχειρηματικής έρευνας, με αναπόφευκτη την εξάρτηση από τους όρους των χρηματοδοτών. Και ταυτόχρονη αποδυνάμωση του εκπαιδευτικού έργου και του ακαδημαϊκού χαρακτήρα των ΑΕΙ/ΤΕΙ. Ο υπουργός Παιδείας μίλησε έκδηλα για τη “σύνδεση της έρευνας με την επιχειρηματικότητα”. Η προτεινόμενη απελευθέρωση συνεργεί με δύο ήδη πραγματοποιημένες κρίσιμες αλλαγές: (i) Την εισαγωγή του θεσμού των πανεπιστημιακών υποτρόφων, που διαμορφώνει το νέο μοντέλο διδακτικού έργου. Πρόκειται για συμβασιούχους μεταδιδακτορικούς επιστήμονες ή και μεταπτυχιακούς απλώς φοιτητές, με χρηματοδότηση ιδιωτών, που αναλαμβάνουν και επίσημη διδακτική ευθύνη για την κάλυψη των ελλείψεων σε διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό. Με κίνδυνο να μετατραπεί το Πανεπιστήμιο, αν δεν τεθούν αυστηρές προδιαγραφές, σε αμφίβολης αξιοπιστίας εκπαιδευτήριο, ακόμη και κατευθυνόμενης μετάδοσης επιλεγμένων πληροφοριών και δεξιοτήτων. (ii) Την ανοχή στην καθιέρωση διδάκτρων σήμερα για τις μεταπτυχιακές και αύριο ίσως και για τις προπτυχιακές σπουδές.

Με την επίκληση της δημοσιονομικής συγκυρίας διενεργείται, ηθελημένα ή αθέλητα, η μεταλλαγή του δημόσιου δωρεάν Πανεπιστημίου. Το ζήτημα αφορά το εύρος και το είδος αυτού του μετασχηματισμού. Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη της πανεπιστημιακής κοινότητας, που προκαλείται να απαντήσει στο επιτακτικό αίτημα ενός εναλλακτικού ριζικού επαναπροσδιορισμού του Πανεπιστημίου. Ενός νέου σχεδίου και οράματος, που θα επιτρέπει στο Πανεπιστήμιο να λειτουργεί ως μοχλός καινοτομίας και ανάπτυξης για την ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών της κοινωνίας, παραμένοντας ταυτόχρονα αδιαπραγμάτευτος ακαδημαϊκός θεσμός. Τα εμπόδια για το σκοπό αυτό δεν είναι μόνο εξωτερικά. Για χρόνια οι ποικιλώνυμες συντεχνίες και οι εγκάθετοι των κομματικών μηχανισμών επιδόθηκαν στην ιδιοτελή νομή του πανεπιστημιακού χώρου και την παρακμή του. Οι ίδιοι, αξιοποιώντας το αίτημα της καινοτομίας, προετοιμάζονται για την εποχή της επιχειρηματικότητας. Αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο κάθε ανακαινιστικού εγχειρήματος. Η πανεπιστημιακή κοινότητα έχει να αγωνιστεί όχι μόνο για τη διοικητική αυτοτέλεια, αλλά και για την ανεξαρτησία του Πανεπιστημίου, απέναντι και στις εσωτερικές αυτές επιβουλές. Στην εποχή των επιστημολογικών ρήξεων, η ανάγκη καινοτομικότητας και ανάπτυξης δεν πρέπει να θίξει το Πανεπιστήμιο ως χώρο κριτικού διεπιστημονικού αναστοχασμού, παραγωγής ιδεών και αναζήτησης νοήματος».

«Θα βοηθήσει» Βασίλειος Ταρλατζής, καθηγητής Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ, αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου του ΑΠΘ

«Θεωρώ ότι είναι θετικό, και τούτο διότι για να μπορέσουν να αποδώσουν οι Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Ερευνας, όπως και οι εταιρείες αξιοποίησης της περιουσίας των Πανεπιστημίων, χρειάζεται να λειτουργούν με ευελιξία, κάτι το οποίο δεν είναι εφικτό όταν ακολουθούνται οι κανόνες του δημόσιου λογιστικού. Εντάσσοντας τις πληρωμές του έκτακτου ερευνητικού προσωπικού που χρησιμοποιείται σε διάφορες δράσεις μέσω της Αρχής Πληρωμών ήταν μια διαδικασία πολύ πιο δυσκίνητη και χρονοβόρα.

Εκ της φύσεώς τους, λοιπόν, οι λογαριασμοί κονδυλίων πρέπει να δίνουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να προσλαμβάνουν ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ερευνητικού προγράμματος προσωπικό διαφορετικών ειδικοτήτων ή γνώσεων, προκειμένου να μπορέσουν να ολοκληρώσουν τις ερευνητικές τους δράσεις με επιτυχία και εντός συγκεκριμένων και απόλυτα ελεγχόμενων χρονοδιαγραμμάτων. Θεωρώ ότι η διασφάλιση αυτής της ευελιξίας θα βοηθήσει ούτως ώστε να ολοκληρώνονται με επιτυχία τα ερευνητικά προγράμματα, κάτι που αποτελεί πρόκριμα για να μπορέσει κανείς να πάρει νέο ερευνητικό πρόγραμμα. Επιπλέον τα χρήματα που διαχειρίζεται ο ειδικός λογαριασμός έρευνας είναι σημαντικό αυτά να μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ευελιξία για να καλύψουν τις τρέχουσες και πιεστικές ανάγκες των Πανεπιστημίων».

«Με έλεγχο» Θεόδωρος Π. Φορτσάκης, εκλεγμένος πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

«Επιτρέπεται, είναι θεμιτή η υποστήριξη των δράσεων του δημόσιου Πανεπιστημίου από ιδιωτικά κεφάλαια; Το Σύνταγμα θεσπίζει την υποχρέωση της πολιτείας να επιχορηγεί επαρκώς τα δημόσια Πανεπιστήμια, δίχως να απαγορεύει την αναζήτηση από τα τελευταία ιδιωτικών πόρων. Η απομείωση κατά 80% από τετραετίας της κρατικής ενίσχυσης υποχρεώνει πλέον τα Ιδρύματα να αναζητούν ιδιωτικά κεφάλαια μέσα στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του δημόσιου σκοπού τους. Τα Πανεπιστήμια δεν είναι απλοί φορείς επαγγελματικής κατάρτισης. Εχουν αποστολή και την ευρύτερη πνευματική καλλιέργεια των φοιτητών, αλλά οι απόφοιτοί μας έχουν ανάγκη και να εργαστούν. Γι’ αυτό απαιτείται η σύνδεση των Πανεπιστημίων με την αγορά. Οφείλουμε να υπερβούμε ορισμένες ιδεοληψίες, προκειμένου να επιτευχθεί η διασφάλιση ιδιωτικών πόρων. Κυρίως πρέπει να εξαλειφθούν οι περιορισμοί που ισχύουν σήμερα και να δοθούν στους πανεπιστημιακούς ισχυρά κίνητρα, ώστε να εισφέρουν στα Πανεπιστήμια με τα ερευνητικά προγράμματά τους. Η αναζήτηση των ιδιωτικών πόρων πρέπει να γίνει κατά τρόπο επαγγελματικό. Επιτροπή εμπειρογνωμόνων, πανεπιστημιακών και μη, θα πρέπει να συντονίζει τη σχετική προσπάθεια. Αυτή θα διασφαλίζει επίσης και ότι η εισροή των ιδιωτικών κεφαλαίων δεν θα εξυπηρετεί αποκλειστικώς την αγορά, αλλά πρωτίστως το ερευνητικό έργο των Πανεπιστημίων. Η διαφοροποίηση των πόρων, δημόσιων και ιδιωτικών, ενισχύει εν τέλει την ανεξαρτησία του δημόσιου Πανεπιστημίου».

 «Οχι άλλοθι για το κράτος» Τριαντάφυλλος Αλμπάνης, πρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

«Οι ερευνητικές επιδόσεις των ελληνικών Πανεπιστημίων κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια βρίσκονται σταθερά πολύ πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο, στον αντίποδα με ό,τι ισχύει στην οικονομία και την ανάπτυξη της χώρας. Τα Πανεπιστήμια σήμερα υλοποιούν πάνω από το 90% των ερευνητικών έργων σε εθνικό επίπεδο. Η οικονομική κρίση, παρά της αρνητικές εξελίξεις στη χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους, δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει αρνητικά, σε ανάλογο βαθμό, την ερευνητική δραστηριότητα των ιδρυμάτων. Το ελληνικό αυτό “παράδοξο”, με τις επιτυχίες στα ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα, έχει τη βάση του στο πολύ καλό επιστημονικό υπόβαθρο των Ελλήνων καθηγητών και μεταπτυχιακών φοιτητών, το σαφή διεθνή προσανατολισμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, καθώς και στην ικανοποιητική αξιοποίηση των επιστημονικών υποδομών που αναπτύχθηκαν από ίδιους πόρους των Ιδρυμάτων.

Στη χώρα μας έχει καταγραφεί μια δομικού χαρακτήρα αδυναμία για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας και ιδιαίτερα εκείνων που αναφέρονται στις θετικές επιστήμες, την υγεία, τις νέες τεχνολογίες, τα υλικά, το περιβάλλον, την ενέργεια κ.ά. Οι δυνατότητες νέας επιχειρηματικότητας με βάση την έρευνα και την καινοτομία υφίστανται μόνο στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, ενώ απουσιάζει πλήρως κάθε προοπτική ανάπτυξης νέων παραγωγικών επιχειρήσεων, λόγω της απουσίας ή απροθυμίας σχετικών επενδύσεων. Τα Πανεπιστήμια και οι ερευνητικές ομάδες επί σειρά ετών έχουν αναζητήσει μέσα από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα την ερευνητική συνεργασία με ιδιωτικές επιχειρήσεις και βιομηχανίες. Τα αποτελέσματα, ενώ ήταν επιτυχή στη διεκδίκηση νέων έργων, απεδείχθησαν πενιχρά όσον αφορά την αξιοποίησή τους προς όφελος της οικονομίας. Οι επιχειρήσεις ήταν οι μόνες που ωφελήθηκαν αφ’ ενός από την άντληση πόρων για δαπάνες μισθοδοσίας του προσωπικού τους και αφ’ ετέρου για το μερικό εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού τους. Σε πολύ λίγες περιπτώσεις είχαμε, ύστερα από τη λήξη των ερευνητικών έργων, μία θετική συνέχεια προς όφελος των δύο μερών και κυρίως αναφορικά με τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας των νέων ερευνητών που αναδείχθηκαν μέσα από αυτές τις συνεργασίες.

Η πρόσφατη εξαγγελία του υπουργείου Παιδείας για τη “Σύνδεση των ΑΕΙ με την επιχειρηματικότητα” έχει θετική διάσταση όσον αφορά την απελευθέρωση από τον ασφυκτικό δημόσιο έλεγχο της αυτοχρηματοδότησης των Πανεπιστημίων μέσω των ΕΛΚΕ (Επιτροπών Ερευνών). Θα πρέπει, όμως, να προσδιοριστούν οι όροι συνεργασίας και τα οφέλη και για τις δύο πλευρές, που είναι τα Πανεπιστήμια και οι επιχειρήσεις. Ειδικότερα για τα Πανεπιστήμια θα πρέπει να διασφαλιστεί ο δημόσιος και ακαδημαϊκός χαρακτήρας τους και η σαφής προσήλωσή τους στο κοινωνικό όφελος που θα προκύπτει από τη συνεργασία αυτή. Η απόφαση αυτή του υπουργείου δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία για την απεμπόληση των υποχρεώσεων του κράτους για τη δημόσια επιχορήγηση των Ιδρυμάτων, η οποία, κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, έχει μειωθεί πάνω από 60% για ορισμένα Πανεπιστήμια. Η κάθε επένδυση στην Παιδεία αποτελεί επένδυση στο μέλλον της χώρας και ιδιαίτερα στους νέους ανθρώπους».

«Χρειάζεται χρηματοδότηση πέραν της κρατικής» Γιώργος Χρούσος, καθηγητής Ιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος ΕΣΕΤ

undefined

«Στη χώρα μας, τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) είναι δημόσια και η προπτυχιακή εκπαίδευση προσφέρεται δωρεάν σύμφωνα με το τρέχον Σύνταγμα. Τα ΑΕΙ είχαν, έχουν και θα έχουν κατά κύριο λόγο εκπαιδευτικό και ερευνητικό ρόλο, δηλαδή, αντίστοιχα, μετάδοση προχωρημένης γνώσης στους νέους και παραγωγή νέας, σφριγηλής γνώσης. Και οι δύο ρόλοι είναι εκ των ων ουκ άνευ, προϋποθέτουν αναζήτηση της αλήθειας και άσκηση της αρετής και φυσικά η πραγμάτωσή τους κοστίζει στην κοινωνία. Ομως η γνώση είναι “εμπορεύσιμη” δύναμη και ήδη οι εφαρμογές της σε όφελος του ανθρώπου έχουν αποδειχθεί τεράστιας αξίας και στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής και στην παραγωγή πλούτου και θέσεων εργασίας.

Σε άλλες χώρες, τα ΑΕΙ “εκμεταλλεύονται” αυτή τη διάσταση της διδασκαλίας και έρευνας και μετέχουν ενεργά στην αξιοποίηση των ταλέντων τους και των ανακαλύψεών τους, δημιουργώντας εισόδημα για τα ίδια και για την κοινωνία που τα υποστηρίζει. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, τα ΑΕΙ χρειάζονται και οφείλουν να αναζητούν χρηματοδότηση πέραν αυτής που παρέχει το κράτος. Ανταγωνιστικές εθνικές, ευρωπαΐκές και διεθνείς επιχορηγήσεις, δωρεές από φιλανθρωπικά ιδρύματα, αξιοποίηση των περιουσιών τους, παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων πέραν των προπτυχιακών, όπως μεταπτυχιακές σπουδές και σπουδές στα Αγγλικά, όπου είναι δυνατή η χρέωση διδάκτρων, παροχή ειδικών υπηρεσιών στο κράτος ή επιχειρήσεις, “εκμετάλλευση” της πνευματικής τους ιδιοκτησίας, συμμετοχή σε συστάδες έρευνας-βιομηχανίας-καινοτομίας και δημιουργία νέων επιχειρήσεων τεχνοβλαστών ή “start-ups”.

Ολα αυτά για να επιτύχουν χρειάζονται χρόνο, υπομονή και επιμονή, αλλαγή νοοτροπίας -η οποία ευτυχώς είναι καθ’ οδόν- και, το σπουδαιότερο, απαιτούν δημόσιους λειτουργούς με ήθος και ακεραιότητα. Τα κίνητρα προς το Διδακτικό και Ερευνητικό Προσωπικό (ΔΕΠ) πρέπει να περιλαμβάνουν αξιοπρεπείς αμοιβές, ανάλογα με το εισόδημα που φέρνουν στο ΑΕΙ τους. Ευτυχώς, ο νέος ισχύων νόμος της Παιδείας, και ο υπό κατάθεση νόμος της Ερευνας είναι γενικά προοδευτικοί και σύγχρονοι, εναρμονισμένοι με τους νόμους άλλων χωρών που έχουν ήδη κατορθώσει να στρέψουν τα ΑΕΙ τους στην κατεύθυνση της συμμετοχής στην τοπική και διεθνή οικονομική ζωή».

«Ναι υπό όρους» Ιωάννης Ε. Μεσσήνης, πρύτανης Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

«Η πρόσφατη ανακοίνωση της κυβέρνησης και του υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων από ευρωπαϊκά προγράμματα και ιδιώτες είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Τα Πανεπιστήμια εδώ και αρκετές δεκαετίες αναζητούν πόρους στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στον ιδιωτικό τομέα, υλοποιώντας ερευνητικά προγράμματα, οι δε Επιτροπές Ερευνών διαχειρίζονται πολλά τέτοια κονδύλια. Αν και η ανακοίνωση του υπουργείου υποκρύπτει ασάφειες, η νέα προοπτική που διαγράφεται αφορά τη δυνατότητα χρηματοδότησης, πέραν των άλλων και στο πλαίσιο της “εξαγωγής” του προϊόντος της έρευνας με τη μορφή της τεχνογνωσίας από τα Πανεπιστήμια προς τις παραγωγικές διαδικασίες. Αυτό ώς ένα βαθμό θα λειτουργήσει ανταποδοτικά για τα Πανεπιστήμια, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο των αναγκών τους.

Ετσι, εάν το μέτρο αυτό, που άλλωστε προβλέπεται και στις πιο πρόσφατες νομολογίες για τα ΑΕΙ, εξαγγέλθηκε με σκοπό να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες περικοπές κρατικής χρηματοδότησης, κινδυνεύει να οδηγήσει σε μαρασμό τη δημόσια εκπαίδευση και αρκετά ΑΕΙ σε εξαφάνιση. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν δεν υπάρξει επίσημα “Αθηνά 2”, ο χάρτης της ανώτατης εκπαίδευσης θα διαφοροποιηθεί με την εισχώρηση των ιδιωτών στα δημόσια Πανεπιστήμια, όχι μόνο σε επίπεδο χρηματοδότησης αλλά και διαχείρισης. Το υπουργείο οφείλει να δώσει διευκρινίσεις».

«Κλειδί αποτελεί η αξιοκρατία» Κώστας Συνολάκης καθηγητής Φυσικών Καταστροφών στο Πολυτεχνείο Κρήτης

«Οι τελευταίες ρυθμίσεις του υπουργείου Παιδείας επιτρέπουν στους ΕΛΚΕ (Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Ερευνας) να παρακάμπτουν την Ενιαία Αρχή Πληρωμών για τα ερευνητικά προγράμματα που διαχειρίζονται. Αυτό γινόταν ήδη άτυπα, ουσιαστικά η νέα ρύθμιση νομιμοποιεί την υπάρχουσα πρακτική, δηλαδή έχει μόνο σημειωτικό χαρακτήρα. Το ζητούμενο είναι πότε το υπουργείο θα εγκρίνει τα σχέδια Οργανισμών που έχουν υποβάλει τα ΑΕΙ, που σε μερικές περιπτώσεις προβλέπουν ίδρυση οργανισμών Ιδιωτικού Δικαίου που θα διαχειρίζονται τους ΕΛΚΕ και τις περιουσίες των Πανεπιστημίων. Η ανεξαρτητοποίηση των ΕΛΚΕ μέσω των Οργανισμών θα είναι θετικό βήμα και θα μειώσει τη γραφειοκρατία, που έχει καντήσει γραφειοβλακεία, γιατί δεν καταφέρνει να περιορίζει τις υπερβολές των κομπιναδόρων. Απλά δυσκολεύει τους νομοταγείς και τίμιους. Ο ευσεβής πόθος των Πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων που θέλουν ανεξάρτητους ΕΛΚΕ είναι να επιτρέψουν την ίδρυση εταιρειών τεχνοβλαστών και πιο εύκολη χρηματοδότηση εφηρμοσμένης έρευνας από εταιρείες. Αυτό δεν έχει γίνει ακόμη. Και όταν γίνει θα πρέπει να συνοδεύεται με την παράλληλη λειτουργία γραφείων εσωτερικού ελέγχου και περιοδικούς διαχειριστικούς έλεγχους από ορκωτούς λογιστές.

Μέχρι σήμερα, παρά του ότι προβλέπονται τέτοιες υπηρεσίες σε πολλούς οργανισμούς Δ.Δ., αυτές δεν στελεχώνονται, δεν λειτουργούν, και ακόμη και όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για αξιόποινες πράξεις σε προμήθειες, οι οργανισμοί και ορισμένες συνδικαλιστικές οργανώσεις εμποδίζουν την περαιτέρω διερεύνηση και απόδοση ευθυνών. Σε πιο προσεκτική ανάλυση, ό,τι ρυθμίσεις και αν κάνει το υπουργείο, αν δεν επιμείνει στην αξιοκρατία, δεν πρόκειται να δούμε ουσιαστική πρόοδο στην Παιδεία και την Ερευνα. Οι καλοί διαλέγουν καλύτερους για συνεργάτες, οι μέτριοι διαλέγουν χειρότερους. Τα ερευνητικά κονδύλια της ΓΓΕΤ πρέπει να εστιαστούν σε υποτροφίες και δημιουργία θέσεων εργασίας για νέους επιστήμονες, όχι στην αγορά εξεζητημένων εξοπλισμών και πρόσθετες αμοιβές. Τις ανακαλύψεις τις πυροδοτεί ο ενθουσιασμός των νέων, όχι τα μηχανήματα και οι μηχανορραφίες των αθεράπευτα κυνικών και κομπιναδόρων, που ακόμη και τη δεκαετία του 2000 έμπαιναν από τις πίσω πόρτες στη δημόσια Παιδεία και Ερευνα».

Εθνικοί στόχοι για την Ευρώπη του 2020

Ακαθάριστη Εγχώρια Δαπάνη για την Ερευνα και την Ανάπτυξη (ποσοστό % του ΑΕΠ):

Τσεχική Δημοκρατία. Εθνικός στόχος 1% (δημόσιος τομέας)

Ιρλανδία. Εθνικός στόχος περίπου 2% (2,5% του Ακαθάριστου Εγχώριο Προϊόντος)

Ελλάδα. Εθνικός στόχος προς αναθεώρηση

Λουξεμβούργο. Εθνικός στόχος 2,3%-2,6%

Πορτογαλία. Εθνικός στόχος 2,7%-3,3%

Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν υπάρχει εθνικός στόχος

 

Πηγή: http://www.enet.gr/