«Καμπανάκι» για αντισεισμική αναβάθμιση των κτιρίων.

138

  

Ανησυχία, διακοπές ρεύματος, η συνήθης φημολογία, το μπαράζ δηλώσεων επιστημόνων και περιορισμένες υλικές ζημιές ήταν ο απολογισμός της σεισμικής δόνησης 5,1 Ρίχτερ που σημειώθηκε το μεσημέρι της Παρασκευής, τρία χιλιόμετρα βόρεια-βορειοδυτικά της Μαγούλας στη Δυτική Αττική. Οι κτιριακές υποδομές της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας αποδείχθηκαν άλλη μία φορά ανθεκτικές, παρά το μικρό εστιακό βάθος (12-15 χιλιόμετρα) του σεισμού.

Ενδεικτικό της «άμεσης αποτίμησης» του συμβάντος  ήταν ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας δήλωνε, λίγη ώρα αργότερα, ότι δεν υπήρχαν αναφορές για σοβαρούς τραυματισμούς, ενώ κατέρρευσαν δύο κτίρια: μια παλιά κατοικία στη Δραπετσώνα και ένα ακατοίκητο σπίτι στα Πετράλωνα (ζημιές καταγράφηκαν σε προσόψεις κτιρίων στο Αιγάλεω, στον Πειραιά και στο Μοναστηράκι).

Ωστόσο ο σεισμός της Παρασκευής αποτελεί ενεργό υπενθύμιση ότι η Ελλάδα παραμένει ευάλωτη στο ενδεχόμενο ισχυρότερων επισκέψεων του Εγκέλαδου στο μέλλον – κάτι που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των ελέγχων και της θωράκισης ιδιωτικών και δημόσιων κτιρίων. Ο Γιώργος Στασινός, πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, εξηγεί στην «Κ» ότι τα κτίρια που έχουν ανεγερθεί με τους πιο σύγχρονους αντισεισμικούς κανονισμούς (από το 1985 και μετά) είναι ασφαλή από σεισμούς τέτοιου μεγέθους. Ωστόσο, επειδή υπάρχει πάντα ο κίνδυνος για μια πιο ισχυρή δόνηση και επειδή, όπως λέει, «ο σεισμός δεν προειδοποιεί και δεν δίνει χρόνο αντίδρασης», η σεισμική δόνηση της Παρασκευής πρέπει να γίνει αφορμή για στροφή στην πρόληψη.

Φορολογικά κίνητρα

Το ΤΕΕ, όπως λέει, θα καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση για την παροχή φορολογικών κινήτρων σε ιδιοκτήτες κτιρίων παλαιότερων του 1985 για εργασίες αντισεισμικής θωράκισης. «Μπορεί οι σχετικές δαπάνες να εκπίπτουν, μερικώς ή συνολικώς, από το φορολογητέο εισόδημα. Είναι κάτι που εφαρμόζεται στην Ιταλία και θα έπρεπε να υπάρχει ως μόνιμο κίνητρο σε μια χώρα σαν τη δική μας», λέει. Ο πρόεδρος του ΤΕΕ αναφέρεται επίσης στο μικρό ποσοστό –μόλις 25%– των δημοσίων κτιρίων που έχουν ελεγχθεί σχετικά με την αντισεισμική τους επάρκεια. «Αν το πάρουμε απόφαση, μπορούν τα υπόλοιπα να ελεγχθούν μέσα σε ένα εξάμηνο», τονίζει.

Ο κ. Νικήτας Παπαδόπουλος, γενικός διευθυντής του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ), επιβεβαιώνει στην «Κ» ότι παρότι το πρόγραμμα ελέγχου ξεκίνησε το 2000 μετά τον σεισμό της Πάρνηθας, από 80.000 δημόσια κτίρια έχουν ελεγχθεί σήμερα 16.000-17.000. «Κάποιες νομαρχίες και περιφέρειες έκαναν τη δουλειά τους, ήλεγξαν όλα τα κτίρια· άλλες, παρότι εκπροσωπούσαν σεισμογενείς περιοχές, αδιαφόρησαν», λέει ο ίδιος.  Η Αττική ήταν από τις συνεπείς περιοχές, σημειώνει, «γι’ αυτό και ανταποκρίθηκαν τα κτίρια τόσο καλά στο φαινόμενο» (είχε μόλις επιστρέψει από αυτοψία στη Μαγούλα). «Εμείς δυστυχώς δεν μπορούμε να επιβάλουμε την εφαρμογή των ελέγχων, είναι ευθύνη της Αυτοδιοίκησης». Ο γενικός διευθυντής του ΟΑΣΠ τάσσεται κι αυτός υπέρ της παροχής κινήτρων για την αντισεισμική αναβάθμιση των κτιρίων σε ιδιωτικά χέρια. «Οπως υπάρχει το “Εξοικονομώ”, πρέπει να υπάρξει ένα αντίστοιχο πρόγραμμα για τη στατική ενίσχυση των κτιρίων», λέει.

Ο κ. Στασινός αναφέρεται επίσης στο ζήτημα του μεγάλου αριθμού εγκαταλελειμμένων κτιρίων, στην Αθήνα και όχι μόνο, τα οποία έχουν αφεθεί στην τύχη τους. «Πρέπει να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση», λέει, «που θα επιτρέπει την προσωρινή παραχώρηση των κτιρίων αυτών, όταν δεν υπάρχουν κληρονόμοι ή δεν είναι δυνατή η συνεννόηση μεταξύ τους».

Ετσι, καταλήγει, τα κτίρια αυτά –«που είναι εκείνα τα οποία καταρρέουν σε σεισμούς τέτοιου μεγέθους, αποτελώντας κίνδυνο για τους παρευρισκομένους»– μπορούν να αποκατασταθούν. Για τον κ. Παπαδόπουλο, έχει μεγάλη σημασία η αντιμετώπιση της αυθαίρετης δόμησης. «Τα μεγαλύτερα προβλήματα που είχαμε το ’99 οφείλονταν στις αυθαιρεσίες, όπου δεν υπάρχει έλεγχος».

Η ακολουθία

Τον σεισμό της Παρασκευής ακολούθησε έντονη μετασεισμική δραστηριότητα, με πολλές μεταδονήσεις. Οι σεισμολόγοι παρακολουθούν στενά τη συχνότητα και την ένταση των μετασεισμών για να  να καταλήξουν μετά τα πρώτα 24ωρα σε ασφαλή συμπεράσματα.

Ο κ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος, διευθυντής του Κέντρου Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, μιλώντας στην «Κ» , παρέμενε επιφυλακτικός. «Εχει αυξηθεί η πιθανότητα να είναι ο κύριος», είπε για τον σεισμό των 5,1 Ρίχτερ, αλλά εξήγησε παράλληλα τους λόγους για τους οποίους η εκτίμηση αυτή έπρεπε να είναι πολύ γερά θεμελιωμένη: «Αν πούμε ότι ήταν ο κύριος, έχει επιχειρησιακές συνέπειες· κηρύσσεται λήξη συναγερμού, όλοι επιστρέφουν σπίτι τους. Πρέπει να είσαι σίγουρος για να το πεις αυτό».

Καθώς συγκεντρώνονταν περισσότερα δεδομένα  από την Παρασκευή, ενισχυόταν η εκτίμηση ότι ο σεισμός είχε προκληθεί από το ίδιο ρήγμα που προκάλεσε τον μεγάλο σεισμό της Πάρνηθας του Σεπτεμβρίου του 1999, ισχύος 5,9 Ρίχτερ. Η συγκεκριμένη κλίμακα, ωστόσο, δεν είναι γραμμική. Οπως εξήγησε στην «Κ» ο κ. Παπαδόπουλος, ο σεισμός του 1999 απελευθέρωσε 20 φορές περισσότερη ενέργεια σε σύγκριση με αυτόν της Παρασκευής.

Η τεκτονική «δομή»

Από τη μεγάλη τεκτονική ζώνη που χωρίζει τους ορεινούς όγκους της Πάρνηθας και του Αιγάλεω προς τα βορειοδυτικά από τους αντίστοιχους ορεινούς όγκους Πεντέλης – Υμηττού προς τα νοτιοανατολικά, χαρακτηρίζεται η τεκτονική «δομή» της Αττικής. Σύμφωνα με τους ειδικούς, αυτοί οι όγκοι δομούνται από τελείως διαφορετικά πετρώματα που ανήκουν σε διαφορετικές γεωτεκτονικές ενότητες. Σε έρευνα του Τμήματος Γεωλογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Αστεροσκοπείου Αθηνών, καταγράφηκαν πολλά ρήγματα, μικρού και μεσαίου μεγέθους, στην Αττική, τα οποία μπορούν να δώσουν σεισμούς μεγέθους έως 6,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Κίνδυνο για τη σεισμική ασφάλεια της Αθήνας αποτελούν τα ρήγματα της Φυλής, του Θριασίου, των Θρακομακεδόνων, της Πεντέλης και του Περάματος – Κερατσινίου.

Στον χώρο γύρω από το επίκεντρο του μεγάλου σεισμού του 1999, τα μεγαλύτερα ρήγματα είναι βόρεια του Θριασίου Πεδίου, μήκους περίπου 15 χλμ., βόρεια της Πεντέλης στον Διόνυσο από την περιοχή της Δροσιάς έως την περιοχή της Ραφήνας μήκους 12 χλμ. και στα βόρεια της Πάρνηθας που διέρχεται από Αυλώνα – Μαλακάσα, συνολικού μήκους 18 χλμ. Μετά τον καταστρεπτικό σεισμό της Πάρνηθας και την ενεργοποίηση του άγνωστου έως τότε νεοτεκτονικού ρήγματος της Νότιας Πάρνηθας – Φυλής, οι επιστήμονες εστίασαν το βλέμμα στα μικρά ρήγματα πλησίον των αστικών περιοχών, καθώς σε περίπτωση ενεργοποίησής τους ακόμη και οι μικροί σεισμοί με τους οποίους συνδέονται, γίνονται ιδιαίτερα επικίνδυνοι.


Ευτυχώς οι ζημιές από τα 5,1 Ρίχτερ της Παρασκευής ήταν μικρές, ωστόσο μας υπενθύμισαν ότι η Ελλάδα είναι σεισμογενής και πρέπει να ενισχυθούν τα προληπτικά μέτρα. EPA/ALEXANDROS BELTES

Τρία μεγάλα χτυπήματα του Εγκέλαδου

Ηταν 7 Σεπτεμβρίου 1999, λίγο πριν από τις 3 μ.μ. όταν χτύπησε με σφοδρότητα την Αθήνα ο μεγάλος σεισμός της Πάρνηθας 5,9 Ρίχτερ, αφήνοντας πίσω του 143 νεκρούς, εκατοντάδες τραυματίες και δεκάδες χιλιάδες κτίρια στην πρωτεύουσα πληγωμένα. Χιλιάδες άνθρωποι έμειναν άστεγοι. Τρία εργοστάσια και πολυκατοικίες κατέρρευσαν εκείνη τη δραματική ημέρα. Στο εξαώροφο κτίριο του εργοστασίου της Ρικομέξ στη Μεταμόρφωση, 39 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ανάμεσά τους και δύο έγκυοι εργαζόμενες.

Το εστιακό βάθος του φονικού σεισμού ήταν λιγότερο από 10 χιλιόμετρα και οι περιοχές που βρίσκονταν κοντά στο επίκεντρο, όπως το Μενίδι, η Νέα Φιλαδέλφεια και η Μεταμόρφωση, επλήγησαν περισσότερο. Η ανταπόκριση στο διεθνές κάλεσμα των ελληνικών αρχών για βοήθεια ήταν τότε άμεση. Τουρκικά σωστικά συνεργεία συνέδραμαν τις προσπάθειες της Πυροσβεστικής και της ΕΜΑΚ μόλις 13 ώρες μετά τον σεισμό. Τις επόμενες ημέρες κλιμάκια μηχανικών του ΥΠΕΧΩΔΕ επιθεωρούσαν τα κτίρια της Αθήνας, καταγράφοντας τη μεγάλη έκταση των ζημιών. Με κίτρινο χρώμα επισημαίνονταν όσα είχαν επιδιορθώσιμες ζημιές και με κόκκινο εκείνα που έπρεπε να κατεδαφιστούν.

Το 1981, η σεισμική ακολουθία στις Αλκυονίδες νήσους (σύμπλεγμα στο ανατολικό τμήμα του Κορινθιακού Κόλπου), αποτελούμενη από τρεις πολύ ισχυρούς σεισμούς, ήταν πιο ισχυρή από τον φονικό σεισμό του 1999. Ο πρώτος σεισμός, στις 24 Φεβρουαρίου του 1981 ήταν 6,7 Ρίχτερ και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στο Λουτράκι, στην Κινέτα, στα Μέγαρα, στη Μάνδρα και άλλες περιοχές της Κορινθίας και της Αττικής. Είκοσι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 500 τραυματίστηκαν, ενώ περισσότερα από 20.000 κτίρια υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Λίγες ώρες αργότερα ακολούθησε ισχυρός μετασεισμός μεγέθους 6,4 Ρίχτερ. Τον Μάρτιο σημειώθηκε και τρίτος σεισμός-μετασεισμός των 6,3 Ρίχτερ.

Παλαιότερα, μεγάλος σεισμός μεγέθους 6,3 Ρίχτερ που σημειώθηκε κοντά στην Αττική ήταν εκείνος της Κορίνθου, τον Απρίλιο του 1928. Σκοτώθηκαν 20 άνθρωποι, καταστράφηκαν σχεδόν 2.000 κτίρια. Η κακή ποιότητα των οικοδομικών υλικών που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή ήταν η κύρια αιτία των εκτεταμένων ζημιών. Στην ανοικοδόμηση της περιοχής εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά τότε κανονισμοί αντισεισμικής προστασίας.

Τι κάνουμε και τι όχι όταν η γη σείεται

1 Τη στιγμή της δόνησης μπαίνουμε κάτω από ένα γραφείο ή τραπέζι. Στεκόμαστε μακριά από παράθυρα, βιβλιοθήκες, αντικείμενα που μπορεί να πέσουν.

2 Σε περίπτωση που δεν υπάρχει τραπέζι κοντά μας, κινούμαστε προς κάποιον εσωτερικό τοίχο και προστατεύουμε το κεφάλι μας με τα χέρια.

3Δεν χρησιμοποιούμε ανελκυστήρα.

4Εάν βρισκόμαστε σε εξωτερικό χώρο, απομακρυνόμαστε από δένδρα, πινακίδες, κτίρια, κολόνες. Εάν περπατάμε στο πεζοδρόμιο κοντά σε ψηλά κτίρια, κινούμαστε προς μια είσοδο για να προστατευθούμε από τυχόν πτώσεις τζαμιών ή άλλων αντικειμένων.

5Εάν οδηγούμε, σταθμεύουμε μέχρι να σταματήσει η δόνηση στην άκρη του δρόμου, μακριά από διασταυρώσεις, γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος.

6Εάν βρισκόμαστε σε πολυκαταστήματα ή κάπου με πολυκοσμία, δεν κινούμαστε προς την έξοδο, αλλά απομακρυνόμαστε από ράφια. Αντίστοιχα, εάν ο σεισμός μάς βρει σε θέατρο ή γήπεδο, παραμένουμε στο κάθισμά μας και προστατεύουμε το κεφάλι μας με τα χέρια.

7Μετά τον σεισμό παραμένουμε σε εγρήγορση για τυχόν μετασεισμούς. Ελέγχουμε για τυχόν τραυματίες ώστε να τους δώσουμε τις πρώτες βοήθειες. Προσπαθούμε να παραμείνουμε ήρεμοι και να μη σπείρουμε τον πανικό.

8Ελέγχουμε εάν υπάρχει ζημιά στις παροχές φυσικού αερίου. Εάν υπάρχει διαρροή, εγκαταλείπουμε το κτίριο και καλούμε την εταιρεία.

9Χρησιμοποιούμε το τηλέφωνο μόνο σε περίπτωση ανάγκης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

kathimerini.gr