Κριτική χαρτογράφηση του δημόσιου αστικού χώρου.

80

  

Η Κριτική Χαρτογραφία είναι μια σύγχρονη, κατά βάση ποιοτική χαρτογραφική προσέγγιση, που συνδυάζει στοιχεία αστικής ανάλυσης με διεπιστημονικές, συμμετοχικές και καλλιτεχνικές πρακτικές, για να καταγράψει τις υποκειμενικές, αντιληπτικές και βιωματικές όψεις της πόλης. Διαφοροποιείται από τις παραδοσιακές, αντικειμενικού τύπου χαρτογραφικές πρακτικές καθώς εστιάζει στην αποτύπωση του οντολογικού χαρακτήρα της κοινωνικής πραγματικότητας, περιλαμβάνει στοιχεία της ιστορίας, του πολιτισμού, των κοινωνικών δομών και της ανθρώπινης δράσης. Το αρχιτεκτονικό εργαστήριο «Νοητικοί και ψυχογεωγραφικοί χάρτες: εφαρμογή στα Χανιά», που συνοργανώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2017 από το Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου και τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης, επιχείρησε να εφαρμόσει την παραπάνω προσέγγιση στη χαρτογράφηση της παλιάς πόλης των Χανίων, ώστε να συνεισφέρει στη μελέτη του σημαντικού αυτού ιστορικού πυρήνα, προσθέτοντας στην μακρόχρονη χαρτογραφική του παράδοση ένα πρωτότυπο και εκσυγχρονισμένο αρχείο χαρτών. Οι 60 χάρτες που δημιουργήθηκαν από τους συμμετέχοντες στο εργαστήριο, ανέδειξαν διαφορετικές εκφάνσεις της πόλης, αξιοποιώντας δημιουργικά ποικίλες τεχνικές και εκφραστικά μέσα της κριτικής χαρτογραφίας. Αποκάλυψαν κρυφές, μέχρι στιγμής ανεξερεύνητες όψεις της Παλιάς Πόλης, ενεργοποίησαν νοητικές συσχετίσεις, όπως η ιστορική σύνδεση των Χανίων με την Βενετία, και η πόλη ως παλίμψηστο διαδοχικών ιχνών, επεσήμαναν υλικότητες, λειτουργίες, κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, προσωπικές εμπειρίες και μνήμες, κατέδειξαν δυναμικές όπως η ιδιαίτερη χρωματική ταυτότητα της πόλης, οι ατμόσφαιρες και οι αισθήσεις, ενώ παράλληλα ανέδειξαν προβληματισμούς σχετικά με την τουριστική της αξιοποίηση.

1 Η χαρτογράφηση του δημόσιου αστικού χώρου: από την υποκειμενική και χωρική στροφή στην κριτική χαρτογραφία

Η κριτική χαρτογραφία περιγράφει σύγχρονες προσεγγίσεις και πρακτικές που επιχειρούν να χαρτογραφήσουν τον αστικό χώρο, να καταγράψουν δηλαδή τις υποκειμενικές, αντιληπτικές και βιωματικές όψεις του. Οι απαρχές της εντοπίζονται στα μέσα του 20ου αιώνα, οπότε σχηματίζεται ένας κορμός πρακτικών χαρτογράφησης που τοποθετούνται κριτικά απέναντι στην παραδοσιακή χαρτογραφία που προσδιορίζει αναλυτικού τύπου, ‘αντικειμενικές’ τεχνικές συλλογής και αναπαράστασης δεδομένων. Η χαρτογράφηση έννοια ρευστή, πολύσημη και πολιτιστικά διευρυμένη, προσδιορίζει πολυποίκιλες σύνθετες, δυναμικές και πειραματικές πρακτικές που προέρχονται από τη βάση της κοινωνίας, περιλαμβάνουν στοιχεία επιστήμης και τέχνης και οι σκοπιμότητές της ξεπερνούν τον διαμεσολαβητικό χαρακτήρα του παραδοσιακού χάρτη που αποτελεί σταθερή, τεκμηριωτική αναπαράσταση της πραγματικότητας. Η χαρτογράφηση θεωρεί τον χώρο και τον κοινό άνθρωπο (χαρτογράφο) ως ένα δυναμικό, αλληλοεπιδρόν και πολύπλοκο σύστημα. Ως υποκειμενική και αντιληπτική διαδικασία, περιγράφει την σχέση που αναπτύσσουν τα άτομα με τον χώρο μέσω της ανάγνωσης, παρατήρησης, γνωριμίας, εξερεύνησης, της ανάπτυξης συναισθηματικών ταυτίσεων και προσωπικών προβολών στον χώρο. Εστιάζει στην διαδικασία, το ενέργημα, την επιτέλεση, τη σχέση ατόμου και χώρου, την οποία ανάγει σε αξία (Τσακίρη 2018).

1.1 Η υποκειμενική και χωρική στροφή

Η συγκεκριμένη αυτή τροπή που πήρε η χαρτογράφηση του αστικού χώρου στα μέσα του 20ου αιώνα τοποθετείται στο ευρύτερο επιστημολογικό πλαίσιο της υποκειμενικής και χωρικής στροφής που συμπίπτει χρονικά με την παράλληλη μεταπολεμική μετατόπιση  από τον θετικισμό στον ανθρωπισμό, και από τις αναλυτικές και φυσιοκρατικές προς τις ανθρωποκεντρικές προσεγγίσεις. Η υποκειμενική στροφή (subjective turn) συνιστά επιστημονική, φιλοσοφική και καλλιτεχνική στροφή προς τον απλό άνθρωπο και την μελέτη του τρόπου που εκείνος αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του και τα χαρακτηριστικά που του αποδίδει. Παράλληλα όμως η εποχή χαρακτηρίζεται και από την χωρική στροφή (spatial turn) που σηματοδοτεί το αυξημένο ενδιαφέρον της επιστήμης για τον χώρο και την τάση να περιγράφουμε τα αντικείμενα οπτικά και να χρησιμοποιούμε νοητικούς χάρτες για να τα προσεγγίσουμε, να τα κατανοήσουμε και να τα περιγράψουμε (Robinson & Petchenk 1976).

1.2 Ψυχογεωγραφία και νοητική χαρτογράφηση

Η χαρτογράφηση στην υποκειμενική και χωρική στροφή επικεντρώνεται γύρω από δύο βασικές προσεγγίσεις που αναπτύσσονται σχεδόν ταυτόχρονα σε Ευρώπη και Αμερική, την ψυχογεωγραφία (Debord 1955) και την νοητική χαρτογράφηση (Lynch 1960) που διερευνούν με συμπληρωματικό τρόπο τον δημόσιο χώρο της πόλης, συνδυάζοντας αντίληψη και βίωμα, νόηση και συναίσθημα (Wood 2010). Τη δεκαετία του ’60 ο Kevin Lynch, στο έργο του The Image of the City, και στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής ψυχολογίας, αναζήτησε τα αρχετυπικά στοιχεία της πόλης που αποδίδουν την εσωτερική της εικόνα, δηλαδή την εικόνα που κατασκευάζει στον νου του ο περιπατητής, καθώς ιεραρχεί επιμέρους στοιχεία του αστικού χώρου ανάλογα με τη σημασία τους όπως τα αντιλαμβάνεται οπτικά. Με πεδίο πειραματισμών τη Βοστώνη, το Jersey City και το Los Angeles, ο Lynch προσδιόρισε 5 κοινά στοιχεία που εντόπισε σε χάρτες συμμετεχόντων στους πειραματισμούς και κατασκεύασε στη βάση τους ένα νέο είδος χάρτη που απέχει από την ακριβή ή αντικειμενική αναπαράσταση της πόλης, καθώς παραμορφώνει την πραγματική γεωγραφική δομή της διατηρώντας όμως τις τοπολογικές σχέσεις μεταξύ των επιμέρους στοιχείων που διαμορφώνουν την νοητική της εικόνα. Η ψυχογεωγραφία, που προτάθηκε τη δεκαετία του ’50 από τον Guy Debord και άλλα μέλη του κινήματος των Καταστασιακών, αποτύπωσε, στους λεγόμενους ψυχογεωγραφικούς χάρτες (όπως τα Psychogeographic Guide of Paris και The Naked City), τις βιωματικές εμπειρίες της ελεύθερης περιπλάνησης (dérive) στις γειτονιές της πόλης. Οι καταστασιακοί εφάρμοζαν μια μέθοδο που ονόμασαν εκτροπή (détournment), η οποία ανασυνθέτει προϋπαρχόντα θραύσματα της κοινωνίας του θεάματος και της παρούσας ή παρελθούσας καλλιτεχνικής παραγωγής, με στόχο την προπαγάνδα και την αποκάλυψη. Τοποθετούσαν συγκεκριμένα, αποσπάσματα του χάρτη της πόλης του Παρισιού σε λευκό φόντο, συνδέοντάς τα με κόκκινα βέλη διαφορετικού μεγέθους και αναλογιών, σύμφωνα με ψυχολογικές και όχι γεωγραφικές τους σχέσεις, και ανάλογα με τις συναισθηματικές έλξεις ή απωθήσεις που ασκούσαν αυτές στους περιπλανώμενους.

Στο σύνολό τους οι προσεγγίσεις χαρτογράφησης στην υποκειμενική και χωρική στροφή αμφισβητούν το κατεστημένο και τις παραδοσιακές αξίες και τεχνικές και υιοθετούν διεπιστημονικές θεωρίες, ακόμη και στοιχεία από τον χώρο της τέχνης. Έτσι προκύπτουν ‘παράξενοι’ –σε σύγκριση με τα δεδομένα της παραδοσιακής χαρτογραφίας– χάρτες που περιγράφουν, αλλά και ασκούν κριτική, που αναλύουν, αλλά και συνθέτουν πολλαπλές οπτικές, που εμφανίζουν οξυδέρκεια μέσα από παραμορφώσεις, που παρουσιάζουν πρωτοτυπία, δημιουργικότητα και αμεσότητα τόσο στην επιλογή των στοιχείων που συλλέγουν, όσο και στην αναπαράστασή τους, που περιγράφουν τα υλικά και φανερά, αλλά και τα άυλα και άδηλα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πόλη. Ο χαρτογράφος δεν είναι ο επιστήμων, ο θεσμικός φορέας, η χαρτογραφική εταιρία, αλλά ο ελεύθερα περιπλανώμενος περιπατητής της πόλης, ο flâneur, ενώ η πράξη της χαρτογράφησης αναδεικνύεται ως ανεξάρτητη και ελεύθερη συμβάσεων καταγραφή της καθημερινότητας και του βιώματος της πόλης.

1.3 Κριτική χαρτογραφία

Η σύγχρονη αστική χαρτογραφία υιοθέτησε τις νέες συνθήκες που εμφανίστηκαν στα τέλη του 20ου αιώνα, δηλαδή την κατανόηση της πόλης ως σύστημα οργανωμένης πολυπλοκότητας (Batty & Longley 1994, Gershenson 2008), την ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας που έκανε εφικτή την διαχείριση μεγάλου όγκου δεδομένων (big data) και την κριτική οντολογία, η οποία συνιστά τάση κριτικού επαναπροσδιορισμού μεθόδων, τεχνικών, θεωριών και φιλοσοφιών του 20ου αιώνα. Η σύνδεση της πόλης με την επιστήμη της πολυπλοκότητας χρονολογείται στα μέσα του 20ου αιώνα και συμβαδίζει με την μετατόπιση από τις top–down πρακτικές διαχείρισης του χώρου, στις bottom–up μικρής κλίμακας αστικές παρεμβάσεις και τον συμμετοχικό σχεδιασμό της δεκαετίας του ’70. Οι πρακτικές αυτές συνυφαίνουν ποικίλους παραγόντες, όπως δημογραφικά στοιχεία, μεταφορές, την κατοίκηση, την οικολογία, τον πολιτισμό, την οικονομία, τις κινήσεις, τα δίκτυα, την αστική μορφολογία, την αντιληπτική ποικιλία του αστικού τοπίου κ.α. Με την ανάπτυξη τεχνικών ψηφιακής επεξεργασίας δεδομένων η μελέτη της αστικής πολυπλοκότητας φέρνει μια νέα χαρτογραφική επανάσταση, επανάσταση της πληροφορίας (Corner 2014), καθώς πλέον γίνεται δυνατή η καταγραφή και αναπαράσταση πολυποίκιλων δεδομένων του αστικού περιβάλλοντος, υλικών και άυλων, ποσοτικών και ποιοτικών. Η συλλογή, οργάνωση, διαχείριση μεγάλου όγκου δεδομένων, η δυνατότητα πολυμορφικής επεξεργασίας, οι πολλαπλοί τρόποι αναπαράστασης, η ευκολία και ταχύτητα στην αναπαραγωγή και διακίνηση και η πρόσβαση στο ευρύ κοινό είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής χαρτογράφησης.

Ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων παραγόντων, στην αυγή του 21ου αιώνα η αστική χαρτογραφία διαμορφώνει τον κριτικό χαρακτήρα της, καθώς εντάσσεται στο πλαίσιο του κριτικού ρεαλισμού. Χαρτογραφείται, δηλαδή, ο οντολογικός χαρακτήρας της κοινωνικής πραγματικότητας, η πραγματικότητα των αισθήσεων, των βιωμάτων, των εμπειριών, συνδυάζεται το ποσοτικό με το ποιοτικό, η επεξήγηση με την ερμηνεία, περιλαμβάνονται στοιχεία της ιστορίας, του πολιτισμού, των κοινωνικών δομών, της ανθρώπινης δράσης και αλληλεπίδρασης (Archer, et al. 2016). Η χαρτογράφηση απελευθερώνεται από τις οπτικές, εργαλεία, στόχους και τεχνικές της ακαδημαϊκής χαρτογραφίας που συνδέονται με την εξουσία και τον έλεγχο του χώρου, ενώ ο χάρτης καθίσταται το μέσο για να αποκαλυφθούν και να καταγραφούν τα κρυμμένα και τα άυλα, ώστε να αξιοποιηθούν μέσω κατάλληλων στρατηγικών σχεδιασμού (Muscogiuri 2015).

Η κριτική χαρτογραφία απευθύνεται λοιπόν σε μια νέα πραγματικότητα, αποτελούμενη από στρώσεις και αλληλεξαρτώμενες διαδικασίες. Τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι: α) συνδυασμός επιστημονικών και καλλιτεχνικών αρχών, πρακτικών της αστικής θεωρίας και των εικαστικών τεχνών, β) υποκειμενικότητα και αντικειμενικότητα, μείξη αντιλήψεων και γεγονότων, ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων, προσωπικών απόψεων και τεκμηριωμένης ανάλυσης, γ) διαδικασίες bottom–up (εκ των κάτωθεν), γνώση που δημιουργείται σταδιακά από την αλληλεπίδραση φορέων πληροφορίας που συνεργάζονται σε τοπική κλίμακα, δ) πολυπλοκότητα, το αποτέλεσμα πολλαπλών συνυφασμένων παραγόντων που αντανακλούν μια πολυεπίπεδη κοινωνική πραγματικότητα.

2 Το εργαστήριο

Το αρχιτεκτονικό εργαστήριο «Νοητικοί και ψυχογεωγραφικοί χάρτες: εφαρμογή στα Χανιά», που συνοργανώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2017 από το Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου και το εργαστήριο Προηγμένου Σχεδιασμού (ADLab) της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης, αποτέλεσε πεδίο πειραματισμού και εφαρμογής των πρακτικών της Κριτικής Χαρτογραφίας με εννοιολογική αφετηρία το δίπολο νοητική χαρτογράφηση και ψυχογεωγραφία, και με περιοχή χαρτογράφησης την εντός των τειχών Παλιά Πόλη των Χανίων. Οι συμμετέχοντες φοιτητές και απόφοιτοι αρχιτεκτονικών σχολών (ΠΚ, ΕΜΠ, ΠΠ, ΔΠΘ, ΑΠΘ), έκαναν in situ έρευνα, περιπλανήθηκαν στο χώρο, αλληλεπίδρασαν με το κοινό και συνέλεξαν φωτογραφικό υλικό και άλλα στοιχεία από βιβλιογραφικές και διαδικτυακές πηγές.

Κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου οι συμμετέχοντες παρακολουθούσαν τις διαλέξεις της επιστημονικής ομάδας, ενώ τις πρώτες δύο ημέρες οι συμμετέχοντες και οι επισκέπτες των διαλέξεων κλήθηκαν να κατασκευάσουν χάρτες πρώτης εντύπωσης, οι οποίοι δημιουργήθηκαν εντελώς αυθόρμητα, σύμφωνα με την προσωπική ερμηνεία της αστικής εμπειρίας, και ανεξάρτητα από το εννοιολογικό πλαίσιο του εργαστηρίου (εικ. 1). Τις επόμενες ημέρες, με την βοήθεια της οργανωτικής ομάδας, οι συμμετέχοντες ήρθαν σε στενότερη επαφή με την θεωρία μέσω συζητήσεων και κοινών δράσεων, αντάλλαξαν ιδέες, συνεργάστηκαν, αλληλοεπίδρασαν και προοδευτικά συνδημιούργησαν το συλλογικό αντιληπτικό αποτύπωμα της παλιάς Πόλης των Χανίων. Συγκεκριμένα οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε 5 ομάδες, που υιοθέτησαν διαφορετικές χαρτογραφικές προσεγγίσεις, οι οποίες καθοδήγησαν συνολικότερες και πιο ολοκληρωμένες χαρτογραφικές προτάσεις. Εξερευνώντας συμπληρωματικές οπτικές του φάσματος Νοητική χαρτογράφηση – Ψυχογεωγραφία, πολλοί από τους χάρτες που προέκυψαν αξιοποίησαν δημιουργικά ποικίλα εκφραστικά μέσα, αποκαλύπτοντας κρυφές, μέχρι στιγμής ανεξερεύνητες όψεις της Παλιάς Πόλης.

Εικόνα 1 Χάρτες πρώτης εντύπωσης (επιλογή), πάνω: Μαμουνά, Κανάκης, Μαραγκού, κάτω: Πρωΐμου, Παπαστεργίου, Μαυρομιχάλη

3 Αποτελέσματα

Ανάλογα με το περιεχόμενο, τη χαρτογραφική προσέγγιση ή τα μέσα αναπαράστασης που χρησιμοποιήθηκαν, οι χάρτες των 5 ομάδων απέκτησαν 5 θεματικές με χαρακτηριστικούς τίτλους. Οι χάρτες «Αφηγημάτων» κατέγραψαν τις εκφάνσεις της παλιάς πόλης, τις οποίες κωδικοποίησαν σχεδιαστικά και στη συνέχεια υπερέθεσαν δημιουργώντας σύνθετους, πολυστρωματικούς χάρτες, τους οποίους περιέγραψαν με πέντε έννοιες –συγχρονικότητα, αποσπασματικότητα, τυχαιότητα, αισθήσεις, ουτοπία (εικ.2).

Εικόνα 2 Χάρτες αφηγημάτων (επιλογή): Αποστολάκη, Ξεκαρδάκη, Παγκάλου, Παπαστεργίου, Χατζηδάκης.

Οι χάρτες των «Λετριστών» χρησιμοποίησαν τις λέξεις ως εργαλεία ανάγνωσης, ερμηνείας, και απεικόνισης των χαρακτηριστικών ποιοτήτων και ατμοσφαιρών του αστικού χώρου (εικ. 3). Οι χάρτες «Μεταβάσεων» αποτύπωσαν το ενδιάμεσο μεταξύ περιοχών και επιμέρους ενοτήτων της πόλης, αναδεικνύοντας ετεροτοπίες σε πολλαπλά επίπεδα που αφορούν το χώρο, το χρόνο, το συναίσθημα, την όψη και την ατμόσφαιρα (εικ. 4).

Εικόνα 3 Χάρτες λετριστών (επιλογή): Αρακαδάκη, Μαυρομιχάλη, Ντούρα, Χαραλαμπίδη.

Εικόνα 4 Χάρτες μεταβάσεων (επιλογή): Γιαννουλάκη, Ελευθεράκη, Ζαχαράκη, Ισταυρίδη, Σκούρας.

Στους χάρτες «Μεταλλάξεων» η πόλη κατανοήθηκε ως ένα πεδίο πολλαπλών αντιφατικών και συχνά απροσδόκητων συμβάντων, μια χωροχρονικά μεταλλασσόμενη, ετερογενής επιφάνεια με συνεχή ωστόσο ιστορία (εικ. 5). Τέλος, οι χάρτες «Υλικοτήτων» ανίχνευσαν στην υλικότητα του αστικού χώρου, τα κρυφά νοήματα και τη δυνατότητα διαμόρφωσης του χαρακτήρα του, εστιάζοντας στις συρραφές υλικών, ως πεδία διαπραγμάτευσης και μεταβολής (εικ. 6).

Εικόνα 5 Χάρτες μεταλλάξεων (επιλογή): Ασημακοπούλου, Κανάκης, Κοσμίδη, Ταγκλή, Τιρτιράκη.

Εικόνα 6 Χάρτες υλικοτήτων (επιλογή): Μαραγκού, Ξύστρα, Πρωΐμου, Τουρλίδας, Τσικαλά.

Πιο επιγραμματικά οι χάρτες αυτοί:

  • αναδεικνύουν συσχετίσεις, όπως η ιστορική σύνδεση των Χανίων με την Βενετία,
  • εμφανίζουν την πόλη ως μεταλλασσόμενη χωρικά και χρονικά επιφάνεια, παλίμψηστο διαδοχικών ιχνών, μήτρα μορφών, εννοιών, λειτουργιών, ζωντανό οργανισμό, πεδίο μετασχηματισμών, θεματικό πάρκο,
  • αποτυπώνουν λεπτομέρειες, όπως οι συρραφές των υλικών στους τοίχους και στα δάπεδα, οι φθορές, οι ρηγματώσεις, οι αλλοιώσεις των υφών,
  • αναπαριστούν την πόλη, με τις χρήσεις της να αλληλοεπιδρούν σαν πλανήτες στο ηλιακό σύστημα,
  • συνυφαίνουν αντιφάσεις και αποκαλύπτουν χωρικές και χρονικές εντάσεις και ασυνέχειες,
  • εξιστορούν προσωπικές εμπειρίες και μνήμες, όπως οι τόποι ζαλισμένων περιπλανήσεων,
  • επισημαίνουν προβλήματα, όπως η ανεξέλεγκτη διόγκωση του τουρισμού,
  • ανακαλύπτουν την χρωματική ταυτότητα της πόλης,
  • αναπαριστούν ατμόσφαιρες, αισθήσεις και συναισθήματα.

4 Συμπεράσματα

Οι 60 χάρτες που προέκυψαν στο εργαστήριο χαρτογράφησης της Παλιάς Πόλης των Χανίων συνιστούν ένα αρχείο αναπαράστασης των πολλαπλών όψεων της ιστορικής πόλης. Αποτελούν έναν εναλλακτικό οδηγό που μας βοηθά να προσανατολιστούμε όχι μόνο γεωγραφικά στην πόλη αλλά και στην αναζήτηση των επιμέρους συχνά αθέατων χαρακτηριστικών της. Οι χάρτες αυτοί, τοποθετούνται στον αντίποδα της συμβατικής, παραδοσιακής, επίσημης χαρτογραφίας, συγκροτώντας μια διαφορετική εικόνα, που ως σύνολο υποκειμενικοτήτων, έρχεται να ασκήσει κριτική και να αμφισβητήσει την πρώτη, να την ερμηνεύσει, να την ανατρέψει, άλλοτε όμως και να την επιβεβαιώσει, ή να την επαυξήσει. Η κριτική χαρτογραφία έρχεται εδώ να συμβάλλει στην αναπαράσταση της πολύπλοκης διαδικασίας ανάγνωσης της πόλης, με τη χρήση συλλογικών συμμετοχικών πρακτικών, υποκειμενικών και δημιουργικών προτάσεων, για τη χαρτογράφηση των πολλαπλών ερεθισμάτων του αστικού περιβάλλοντος.

Ευχαριστίες

Νοητικοί & Ψυχογεωγραφικοί Χάρτες: εφαρμογή στα Χανιά: Αρχιτεκτονικό εργαστήριο έρευνας και αναπαράστασης της πόλης. Επιστημονική επιμέλεια, οργάνωση: Σωκράτης Γιαννούδης, Ευφροσύνη Τσακίρη. Επιστημονικοί συνεργάτες – ομιλητές: Α. Βασιλαρά, Χ. Κανάρη, Μ. Μάρκου, Ν. Σκουτέλης, Α. Ζ. Σουλιώτου, Δ. Χατζησάββα, Χ. Δέση Λουκά, Μ. Χαραλαμπίδη, Δ. Μυτιληναίος, Μ. Σκουτέλα. Οργανωτικοί φορείς: Σχολή Αρχιτεκτονικής, Πολυτεχνείο Κρήτης, ΚΑΜ (Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου). Χανιά, Κρήτη, 19-24 / 09 / 2017.

Ε. Τσακίρη. Σ. Γιαννούδης

 

teetkm.gr